Ο/Η Άκης Καπράνος άφησε ένα νέο σχόλιο για την ανάρτησή σας "
Βενετία 2009: Τα βραβεία":
Δέκα νύχτες στη Βενετία
Τρία τα μεγάλα φεστιβάλ παγκοσμίως, αν σας ενδιαφέρει το σινεμά: Κάνες, Βερολίνο, Βενετία. Το πρώτο, το φεστιβάλ των δημιουργών. Το δεύτερο, αυτό των νέων φωνών. Το τρίτο; Κανείς δεν ξέρει, ούτε η ίδια η διεύθυνση του. Η αλήθεια είναι ότι είχα καιρό να την επισκεφτώ, μέχρι που μου το σφύριξε ένας συνάδελφος. Οπότε είπα: Και δεν πάω;
Το είχα αμελήσει για πέντε χρόνια περίπου για λόγους πολλούς και ήταν σαν να επισκέπτομαι έναν φίλο από τα παλιά. Ή μάλλον όχι και τόσο. Το Φεστιβάλ έχει χάσει αρκετή από την αίγλη του (κάποιες χρονιές «άνοιγε» με το
Fight Club και «έκλεινε» με το
Eyes Wide Shut – σε παγκόσμια πρεμιέρα εννοείται). Τώρα έχει να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό του Τορόντο αλλά και της Ρώμης. Ως εκ τούτου τα πράγματα είναι ελαφρώς ξεθυμασμένα και η οργάνωση, σκέτο μπάχαλο. Την πρώτη μέρα, κανω τα βασικά: επίσημο πρόγραμμα, χάρτης, σχεδιασμός της εβδομάδας. Τζάμπα κόπος: ο προγραμματισμός μου πάει στα κομμάτια: χάνω δυό ταινίες καθώς... μένω απ'εξω. Τα τζιμάνια του γραφείου τύπου μου έχουν βγάλει πάσο Περιοδικού Τύπου ενώ καλύπτω την διοργάνωση για την εφημερίδα Metro και η άνθηση των κινηματογραφοφιλικών ιστοσελίδων (και των διαπιστευμένων συντακτων) «γονατίζει» τις αίθουσες. Μαθαίνω ότι χτίζονται καινούργιες, αλλά θα είναι έτοιμες το 2011. Δύσκολη δουλειά διάλεξα.
Χαζεύω περίπτερα με φτηνά dvd – κάποια από αυτά, αξιόλογα. Ανακαλύπτω άγνωστες ταινίες του
Αλμπέρτο Λατουάντα, τις πρώτες του
Μορέτι, κωμωδίες του
Αλμπέρτο Σόρντι. Κάποιες από αυτές έχουν αγγλικούς υπότιτλους, αλλά ελάχιστες. Οι υπεύθυνοι εκεί με κοιτάζουν λίγο περίεργα. «Αν ξέραμε ότι υπάρχει κοινό γι αυτά τα φιλμ, θα είχαμε αγγλικούς υπότιτλους σε όλα». Τα πιτσιρίκια που μου μιλούν, δυστυχώς, δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν πως κάποτε το σινεμά τους ήταν παγκόσμιο, πως στην Γαλλία, τη Γερμανία, την Ελλάδα, την Ιαπωνία, ο
Ούγκο Τονιάτσι ήταν πρώτο όνομα και οι απανταχού έφηβοι την έπαιζαν με την
Ορνέλα Μούτι, πως η φιγούρα του
Αλμπέρτο Σόρντι έκρυβε μια γνώριμη ζεστασιά σε εκατομμύρια θεατές εκτός Ιταλίας. Έχουν μεγαλώσει στην τωρινή, αμερικανοκρατούσα πραγματικότητα και τρίβουν τα μάτια τους όταν τους μιλάς για τις ταινίες του
Ντίνο Ρίζι, του
Τότο ή, ακόμα χειρότερα, όταν τους πετάς ατάκες από τους
Εντιμότατους Φίλους Μου. Προσπαθώ να τους το εξηγήσω, αλλά δεν δείχνουν να με πολυκαταλαβαίνουν. Απογοήτευση.
Βλέπω την πόρτα ανοιχτή και μπαίνω. Πρώτη ταινία του Φεστιβάλ, ο σκοτεινά μελλοντολογικός
Δρόμος του
Τζον Χίλκοουτ. Η σκηνογραφία στέλνει το σαγόνι μου στο πάτωμα από το πρώτο δεκάλεπτο. Ωραία δουλειά! Βασισμένη, μαθαίνω, σε βιβλίο του
Κόρμακ ΜακΚάρθι. Βιβλίο αντικινηματογραφικό, με πληροφορούν. Φαίνεται. Η ατμόσφαιρα κάνει περισσότερη δουλειά απ'ότι το σενάριο και οι
Σαρλίζ Θερόν και
Βίγκο Μόρτενσεν συνεισφέρουν σ'αυτήν, περισσότερο με την παρουσία τους παρά με τις ερμηνείες τους, όπως συνεπάγεται. Στο «όχι και τόσο μακρινό» μέλλον, σε μια Γη γκρίζα και στείρα, οι μοναδικοί επιζήσαντες καταφεύγουν στον κανιβαλισμό, και ο
Μόρτενσεν προσπαθεί να οδηγήσει το μικρό γιο του σε ασφαλές μέρος, για να μην του τον φάνε. Ντεκουπαρισμένο σε τόπους «φυσικά» κατεστραμμένους και όχι σε γιγαντιαία στούντιο – η πιο έντεχνη σήμανση του
Χίλκοουτ.
Στάλκερ δεν έκανε, αλλά είναι μάγκας.
Δες/Κρύψε τo υπόλοιπο κείμενοΟ τρόμος έχει την τιμητική του εδώ. Νέα ταινία ο
Τζο Νταντέ (σε 3D),
νέα ταινία ο
Τζορτζ Ρομέρο, εντυπωσιακές αναμετρήσεις μεταξύ αστυνομικών και ζόμπι στο
Le Horde – ένα μικρό διαμάντι – και βέβαια το
[•REC]², σίκουελ του υπερ-πετυχημένου ισπανικού φιλμ. Αλλά και οι Ασιάτες εκπρόσωποι του Φανταστικού είναι εδώ: ο
Τσουκαμότο, ιδιαίτερα αγαπητός στη Βενετία, παρουσίασε το τρίτο φιλμ της σειράς
Tetsuo, απογοητεύοντας τους πάντες, μαζί τους κι εμάς. Η αγγλική γλώσσα δεν λειτουργεί όταν συνδυάζεται με ερμηνείες που παραπέμπουν στο θέατρο Καμπούκι, και η high-definition εικόνα ξεμπροστιάζει τον χαμηλό προϋπολογισμό. Μιλάμε για ολοκληρωτική αποτυχία.
Κάνω στάση και πέφτω πάνω στον
Τάσο Θεοδωρόπουλο, ιδανικός σύντροφος για την επόμενη ταινία στο πρόγραμμα, το
Survival Of The Dead του
Ρομέρο. Ο παπούλης είχε προ διετίας απογοητεύσει τους πάντες με το
Diary Of The Dead, ένα φιλμ δήθεν νεανικό (κάμερα στο χέρι και συνεχείς αναφορές στο «ΙΝΤΕΡΝΕΤ»), ρητορικό του κερατά (σαν τον μαλάκα καθηγητή γυμνασίου που κουνάει προκλητικά τον δείκτη για να τον προσέξεις - και'συ από μέσα σου τον χέζεις) και διόλου εμπνευσμένο σε ότι αφορά τα ζουμερά φονικά του. Δεν ξέρω αν βρήκε 18χρονη γκόμενα αλλά το
Survival γαμεί και δέρνει. Σινεμασκόπ παραδοσιακή φωτογραφία, ρυθμός που σε πιάνει από τον γιακά, πολιτικές σημάνσεις ακριβείς και εξόχως δουλεμένες μέσα στην πλοκή, σφαχτάρια που σε στέλνουν, χαρακτήρες που αντιλαμβάνεσαι, και μια τελική σεκάνς που είναι, δίχως υπερβολή, η καλύτερη που έχει δόσει το Φανταστικό την τελευταία δεκαπενταετία. Το κοινό ξεθεώθηκε να χειροκροτεί στην Pala Biennale αν και κάποιοι που ήρθαν απροετοίμαστοι έφυγαν τρέχοντας από την πρώτο μπομπίνα. Αμέσως μετά πάμε για ποτάκι αλλά εμένα το μυαλό μου είναι ακόμη στην ταινία. «Μπράβο στον παπού» αναφωνώ και παραγγέλνω ένα ακόμη τζιν τόνικ, το οποίο και πίνω βιαστικά για να προλάβω το βαπορέτο μου.
Γιατί το Φεστιβάλ διεξάγεται στο Λίντο, ένα νησάκι δίπλα από τη Βενετία όπου εγώ έχω και πάλι επιλέξει να μένω. Μοναχική εμπειρία μεν, αλλά προτιμώ να χάνω ένα τέταρτο στο ταξίδι και να πίνω έναν πρωϊνό καφέ στην πλατεία του Σαν Μάρκο. Όπως φτάνω, πέφτω πάνω στον
Τζορτζ Λούκας. Συνοδεύεται από μια μελαμψή κουκλάρα και δείχνει να τα έχει ψιλοκοπανίσει. Την επόμενη μέρα θα μάθω ότι είναι εδώ για να δώσει τιμητικό βραβείο στον
Τζον Λάσιτερ της Pixar. Στην τηλεόραση του ξενοδοχείου πέφτω πάνω σε ιταλική σειρά γουέστερν με τον
Τέρενς Χιλ και τον
Πολ Σορβίνο. Δείχνει φρεσκογυρισμένη. Σκέφτομαι τον φίλο μου, τον
Γιάννη Ζουμπουλάκη, που είναι άρρωστος με τα spaghetti. Θα το γούσταρε. Τον παίρνω τηλέφωνο. Είναι στο ξενοδοχείο του, τέζα με γρύπη. Δύσκολη δουλειά σας λέω.
Με το που ξυπνάω, διαβάζω μήνυμα στο κινητό μου από συνάδελφο: «Δες το Λίβανο!». Την αναζητώ στο πρόγραμμα. «Μα καλή ταινία από το Ισραήλ;» σκέφτομαι. Το πετυχαίνω και, με την λήξη του, βγαίνω από την αίθουσα άρρωστος. Το φιλμ ξεκινά από ένα επεισόδιο στην περίοδο του πρώτου πόλεμου του Λιβάνου, το 1982, και είναι όλο γυρισμένο μέσα σ’ενα τανκ: Το
Das Boot συναντά το
Κτήνος του Πολέμου του
Μαστροσιμόνε. Κλειστοφοβία, άγχος, οδυνυρό σασπένς, η μεγάλη ταινία του Φεστιβάλ. Κανείς δεν έχει αμφιβολία πλέον για το που θα πάει ο Χρυσός Λέοντας και κανείς δεν διαψεύδεται. Πολιτικά, το Φεστιβάλ δείχνει αρκετά φωνακλάδικο: ο
Όλιβερ Στόουν παραδίδει ντοκιμαντέρ για τον
Ούγκο Τσάβεζ, ο
Μάικλ Μουρ παρουσιάζει το «
Καπιταλισμός: μια ιστορία αγάπης» με αρκετό χιούμορ αλλά και τον γνωστό λαϊκισμό του.
Ως φίλος του ιταλικού κινηματογράφου, παρακολουθώ και αρκετές ταινίες του εγχώριου προγράμματος. Δύο εξ’αυτών τσιμπούν – κάπως υπερβολικά – βραβεία για τις ερμηνείες τους, το
La doppia ora – θρίλερ της κακιάς ώρας με μια Θεά
Ξένια Ράπαπορτ, και το
Il grande sogno του
Μικέλε Πλάσιντο, κοινωνικό, με πολιτική επίστρωση και μαϊντανό Μαγιάτικο (εσοδείας '68). Πρώτη παρατήρηση: προτιμώ μια κακή ιταλική ταινία από μια κακή ελληνική. Οι άνθρωποι κατέχουν και την τεχνική της αφήγησης και το κατασκευαστικό know-how. Δεύτερη παρατήρηση: κάθε ιταλική ταινία που βλέπω αναζητά μια κορύφωση που δεν επιτυγχάνεται ποτέ, μια ανάταση που ξεμένει από καύσιμα. Δεν αρκεί που είστε είστε ιταλοί παιδιά, μελετήστε λίγο περισσότερο τον
Μονιτσέλι... Τουλάχιστον απολαμβάνεις τις ερμηνείες – ο
Όρσον Γουέλς το είχε κάποτε πει και είχε δίκιο, οι ιταλοί είναι γεννημένοι ηθοποιοί.
Παράλληλα με το Φεστιβάλ έχουμε και τον πόλεμο των αξίφεων: ποιοι σταρ φτάνουν, τι λένε στις συνεντεύξεις τύπου και τα ρέστα. Τα χρειάζονται αυτά οι ανταποκρίσεις για τις εφημερίδες.
Μόνικα Μπελούτσι,
Νίκολας Κέιτζ,
Τζορτζ Κλούνεϊ,
Ματ Ντέιμον,
Βέρνερ Χέρτζοκ,
Γιούαν Μακ Γκρέγκορ,
Μπεατρίς Νταλ,
Τίλντα Σουίντον, δίνουν το χρώμα τους και λένε τις νοστιμιές τους. Στο Φεστιβάλ και ο
Έιμπελ Φεράρα με το
Napoli, ένα όμορφο δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ, που θα ήταν αριστούργημα αν ήταν μόνο ντοκιμαντέρ και άφηνε την φιξιόν ιστοριούλα του στο cutting floor. Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ιστοριούλα όμως: ο
Χέρτζοκ βρισκόταν στη Βενετία με το ρημέικ του
Bad Lieutenant, ονόματι
Bad Lieutenant - Port Of Call: New Orleans. Για το οποίο ο
Φεράρα είχε πει δημοσίως: «μακάρι ο Χέρτζοκ να καεί στην κόλαση» - χωρίς βεβαίως να έχει δει το φιλμ. Το οποίο τελικά μόνο ρημέικ δεν είναι. Έχει κατ’αρχας, πολύ πλάκα, μια γκροτέσκα ειρωνία που διαστρεβλώνει τα πάντα. Και ο
Κέιτζ είναι σκέτη απόλαυση στον πρώτο ρόλο. «Ελπίζω να δω τον Έιμπελ και να τα κουβεντιάσουμε κατεβάζοντας ουίσκι» θα πει ο
Χέρτζοκ στην συνέντευξη τύπου. Η ταινία-έκπληξη του Φεστιβάλ είναι επίσης δική του, αλλά όσοι την βλέπουν φρικάρουν. Η επόμενη ταινία στο πρόγραμμα ενδέχεται να μας τονώσει κάπως την διάθεση.
Soul Kitchen λέγεται και ο διευθυντής του Φεστιβάλ, ο
Μάρκο Μίλερ, την τοποθέτησε στο τέλος της διοργάνωσης ανεβάζοντας τα κοντέρ. Με υπογραφή
Φατίχ Ακίν (που είπε να πεταχτεί και σε ένα άλλο Φεστιβάλ να σηκώσει κι από κει ένα βραβείο) που βάζει στην άκρη τα μελοδράματα - αλλά όχι και τις σεναριακές απιθανότητες. Περί κωμωδίας πρόκειται, με τον
Αδάμ Μπουσδούκο σε ρόλο πυροβολημένου εστιάτορα (με το όνομα Ζήνος Καζαντζάκης!) που προσπαθεί να τα φέρει βόλτα. Ανά φάσεις πεθαίνεις στο γέλιο, αλλά μια ευκολία προς τη φάρσα υπάρχει. Μερικές μουσικές επιλογές θα κάνουν θραύση στο ελληνικό κοινό (το
Όταν πηγαίναμε μαζί σχολείο σε σεκανς παρτούζας κόντεψε να με στείλει στον άλλο κόσμο και φυσικά, οι υπόλοιποι στην αίθουσα με κοιτούσαν σαν εξωγήινο – δεύτερη φορά που μου συμβαίνει στη Βενετία). Ναι, μπορεί και να σηκώσει κάποιο βραβείο, σκέφτομαι, σε αντίθεση με τον άκρως απογοητευτικό
Ζακό Βαν Ντορμέλ του
Mr. Nobody. Επιστημονική φαντασία αλλά και αλληγορία πάνω στη ζωή, τον θάνατο και τον έρωτα, εκφωνημένα από τον
Τζάρεντ Λέτο με βαρύ μέικ απ. Είναι γεμάτο "ιδέες" που δεν έχουν τίποτε να προσφέρουν ούτε στην ταινία ούτε στο σινεμά το ίδιο. Κρίμα τα πεταμένα λεφτά - 60 εκατομμύρια δολαριάκια στοίχισε και αν αποφέρει το ένα δέκατο να μου σφυρίξετε κλέφτικα.
Αφήνω το Λίντο και επιστρέφω στη Βενετία όπου και βρίσκομαι με φίλο έλληνα ηθοποιό που ζει και εργάζεται εκεί, τον Μέγα
Νίκο Γουδανάκη.. Εντοπίζουμε ντίσκο που ξενυχτά μέχρι τις τέσσερις ονόματι Piccolo Mondo. Ο φίλος μου, μου διηγείται μια εξοχη ιστορία από την πρόσφατη δουλειά του: έχοντας έναν βασικό ρόλο σε κλασσικό έργο της comedia dell’arte (αυτόν του Pantallone, για τους είδικους επί του θέματος) προσθέτει στοιχεία «ξεσηκωμένα» από το παίξιμο του
Αυλωνίτη και του
Σταυρίδη, τα οποία «αγκαλιάζει» αμέσως το ιταλικό κοινό. Η επικοινωνία άμεση! Δεν το σχολιάζω περαιτέρω γιατί νομίζω ότι θα πιάσω όλο το τρισέλιδο. Το οποίο, απ’ότι βλέπω, ήδη μας έχει τελειώσει.
Τα βραβεία έχουν ανακοινωθεί. Το
Λίβανο τσιμπάει το πρώτο, το
Γυναίκες Χωρίς Άνδρες, μια βουτηγμένη την καλλιέπεια ιρανική ταινιούλα που μοιάζει περισσότερο με ξεχειλωμένο διαφημιστικό της Unicef (δεν υπερβάλω!) παίρνει το δεύτερο, ο
Φατιχ Ακιν του
Soul Kitchen, αυτό της σκηνοθεσίας. Ο
Σιλβέστερ Σταλόνε έρχεται και παραλαμβάνει βραβείο για την προσφορά του στο σινεμά. Γουστάρω – και δεν το λέω ειρωνικά.
Γυρίζω στη Βενετία. Στο βαπορέτο της επιστροφής μια φοιτητοπαρέα τραγουδάει Beatles με σπαστά αγγλικά και ξεκούρδιστη κιθάρα. Βγάζω τα ακουστικά μου και κλείνω το mp3 player για να μην τους θίξω – κάθομαι ακριβώς απεναντί τους. Θα κατέβουν αγχωμένοι στην επόμενη στάση μόλις φανεί ο ελεγκτής. Φτάνω στον Σαν Μάρκο. Η ώρα, τρεις το πρωί. Στο κινητό μου σκόρπια μηνύματα. Η πλατεία, πανέμορφη και άδεια. Το πρωί θα ξαναγεμίσει με φασαριόζους τουρίστες και τροφαντά περιστέρια. Μελαγχολώ λίγο αλλά καλύτερα που φεύγω, σκέφτομαι. Πόσο άλλο να καθήσεις, μόνος, σε μια πόλη φτιαγμένη για να (την) ερωτευθείς;
Ανάρτηση από τον/τη Άκης Καπράνος στο Movies For The Masses τη 1:32 μμ, Σεπτέμβριος 14, 2009